ΑΝΑΚΤΟΡΟΝΕΣΤΟΡΟΣ

 

Ο αρχαιολογικός χώρος του Ανακτόρου του Νέστορος βρίσκεται στο λόφο του Άνω Εγκλιανού, περίπου 4 χλμ. νοτίως της Χώρας και 17 χλμ. βορείως της Πύλου. Ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας στον λόφο του Άνω Εγκλιανού  μαρτυρούνται ήδη από την Τελική Νεολιθική εποχή (4000-3100 π.Χ.). Κατά την Μεσοελλαδική εποχή (2050-1680 π.Χ.) δημιουργήθηκε οικισμός με οχυρωματικό περίβολο. Το ανακτορικό συγκρότημα αποτελείται από τέσσερα κτίρια. Το παλαιότερο γνωστό ως Νοτιοδυτικό κτίριο ταυτίζεται με το Ανάκτορο του Νηλέως, του πατέρα του Νέστορος. Το Κεντρικό Κτίριο είναι το φημισμένο ανάκτορο του Νέστορος, ενώ στα ανατολικά του βρίσκεται το Βορειοανατολικό Κτίριο το οποίο φαίνεται ότι συγκέντρωνε σημαντικές βιοτεχνικές δραστηριότητες και η Αποθήκη Οίνου, η οποία περιείχε πιθάρια για κρασί διευθετημένα σε σειρές. Το λαμπρό ανακτορικό συγκρότημα της μυκηναϊκής εποχής, ήταν διώροφο με μεγάλες αυλές, πολλούς αποθηκευτικούς χώρους, ιδιωτικά διαμερίσματα, εργαστήρια, λουτρά, κλιμακοστάσια, φωταγωγούς καθώς και αποχετευτικό σύστημα. Οι αίθουσές του διακοσμούνταν από εντυπωσιακές τοιχογραφίες, ενώ ζωγραφικές παραστάσεις έφεραν και τα δάπεδά του. Οι περίπου 1000 πήλινες πινακίδες Γραμμικής Β΄ Γραφής, που έφεραν στο φως οι ανασκαφές, επιβεβαιώνουν τη λειτουργία του χώρου ως οικονομικού, διοικητικού, πολιτικού και θρησκευτικού κέντρου της Μυκηναϊκής Μεσσηνίας. Το Ανακτορικό συγκρότημα καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά, γύρω στο 1200 π. Χ., σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από γενικότερες λαϊκές αναστατώσεις και εξεγέρσεις στις έδρες των μυκηναϊκών βασιλείων. Σε απόσταση 145 μ. περίπου βορειοανατολικά του Ανακτόρου κατασκευάστηκε κατά την πρώιμη μυκηναϊκή φάση (1550-1500 π.Χ.) μυκηναϊκός θολωτός τάφος, διαμέτρου 9.35μ. Ο τάφος, ο οποίος παρά τη σύλησή του απέδωσε πολύτιμα αντικείμενα, χρησιμοποιήθηκε για βασιλικές ταφές σε όλη τη διάρκεια του 15ου αι. π.Χ., ίσως και μέχρι τον 13ον αι. π.Χ. Στις πλαγιές και τα πλατώματα, στα βορειοδυτικά, νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά του λόφου απλωνόταν η πόλη, ενώ σε ράχη που κατεβαίνει δυτικά του λόφου βρέθηκαν θαλαμοειδείς μυκηναϊκοί τάφοι, οι οποίοι προφανώς αποτελούσαν το νεκροταφείο των κατοίκων του οικισμού του Εγκλιανού.

 Με τη βασιλική οικογένεια του Εγκλιανού συνδέεται και ο θολωτός τάφος ΙΙΙ (Κάτω Εγκλιανού), 1 χλμ. περίπου ΝΔ του λόφου του Εγκλιανού, ο οποίος φαίνεται ότι κτίσθηκε το πρώτο ήμισυ του 15ου αι. και παρέμεινε σε χρήση μέχρι και τον 13ον αι. π.Χ. Μετά την καταστροφή του Ανακτόρου (περίπου 1200 π.Χ.) σημειώνεται περιορισμένη επανακατοίκηση του λόφου καθ’ όλη τη διάρκεια της Πρωτογεωμετρικής και Γεωμετρικής περιόδου.

Παρακολουθήστε ένα σύντομο βίντεο για το Ανάκτορο. Ανατρέξτε στο κανάλι μας στο YouTube για περισσότερα!

ΗΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΕΡΕΥΝΑ

 

Οι συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες στον λόφο του Εγκλιανού που διενήργησαν το 1939 η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη και τοΠανεπιστήμιο του Cincinnati υπό τη διεύθυνση του Carl Blegen, έφεραν στο φως τις πρώτες πινακίδες Γραμμικής Β΄ γραφής και οικοδομικό υλικό του Ανακτόρου του Νέστορος, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για την ελληνική αρχαιολογία. Οι εργασίες συνεχίστηκαν μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα έτη 1952 έως 1966, από την αποστολή του Πανεπιστημίου του Cincinnati και τον C. Blegen. Αποκαλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος του Ανακτόρου, ενώ οι έρευνες πάνω και γύρω από την ακρόπολη απέδωσαν οικιστικά και ταφικά μνημεία καθώς και πλήθος ευρημάτων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (1680-1200 π.Χ.).

Το 1957 η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία αναστήλωσε τον Θολωτό Τάφο IV βορειοανατολικά του Ανακτόρου και το 1961 προστάτευσε το Κεντρικό Κτήριο του ανακτορικού συγκροτήματος με ένα μεταλλικό στέγαστρο φερόμενο από 47 υποστυλώματα. Τη δεκαετία του 1990 επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Minnesota, ερεύνησε εκ νέου την αρχιτεκτονική του ανακτορικού συγκροτήματος, ενώ στο πλαίσιο διεπιστημονικού προγράμματος (PRAP) του Πανεπιστημίου του Cincinnati πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη επιφανειακή έρευνα στην ευρύτερη περιοχή του Εγκλιανού. Το 1995 το Υπουργείο Πολιτισμού θεσμοθέτησε στον λόφο του Εγκλιανού Ζώνη Α΄-απολύτου προστασίας του αρχαιολογικού χώρου. Από το 1996 και εξής ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Cincinnati, το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας και υπό την αιγίδα της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα μελετούν στο Μουσείο της Χώρας τα ευρήματα από τις ανασκαφές του Ανακτόρου και δημοσιεύουν νέα και ιδιαίτερα σημαντικά αρχαιολογικά δεδομένα.

Η σπουδαιότητα και η πολιτιστική αξία του αρχαιολογικού χώρου σε παγκόσμιο επίπεδο κατέστησε αναγκαία την ενίσχυση της προστασίας, της προβολής και της ανάδειξής του. Από το 2011 έως το 2015 υλοποιήθηκαν στον χώρο δύο μεγάλα έργα με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το παλαιό φθαρμένο στέγαστρο αντικαταστάθηκε με νέο σύγχρονων προδιαγραφών κέλυφος προστασίας. Κατασκευασμένο από δομικό χάλυβα, με τη γεωμετρία τόξου κύκλου και φερόμενο από 16 μόνο υποστυλώματα διαμοιρασμένα στις δύο μακρές πλευρές του, προστατεύει ενιαία το κεντρικό ανακτορικό μνημείο σε έκταση 3.185 τ.μ. Αναρτώμενοι μεταλλικοί διάδρομοι διαμορφώνουν το δίκτυο περιήγησης των επισκεπτών πάνω από το μνημείο ενώ ειδικός ανελκυστήρας εξυπηρετεί την πρόσβαση ατόμων με αναπηρία. Παράλληλα κατασκευάσθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο νέες υποδομές περιήγησης, πληροφόρησης, αναψυχής, υγιεινής και ασφάλειας με ιδιαίτερη μέριμνα για τα Άτομα με Αναπηρία.

Κατά την αντικατάσταση του παλαιού στεγάστρου και για την ολοκληρωμένη προστασία του μνημείου, τα ευπαθή τμήματά του εγκιβωτίστηκαν σε ξύλινους νάρθηκες, οι εσωτερικοί του χώροι προστατεύτηκαν με ειδικά αδρανή υλικά και ολόκληρο το Kεντρικό Kτήριο καλύφθηκε με ένα ενιαίο ξύλινο δάπεδο. Παράλληλα, διεπιστημονική ομάδα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας (πρώην ΛΗ΄ΕΠΚΑ) με την επιστημονική υποστήριξη του Πανεπιστημίου του Cincinnati διερεύνησε με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους τα σημεία, όπου κρίθηκε απαραίτητη η διενέργεια εκσκαφικών εργασιών και τεχνικών έργων. Αποκαλύφθηκαν οικοδομικά κατάλοιπα, που χρονολογούνται στη Μεσοελλαδική περίοδο (2050-1680 π.Χ.) και έως τα τέλη της ακμής του Ανακτόρου (1200 π.Χ. περίπου). Πολυάριθμα θραύσματα τοιχογραφιών, τμήματα δαπέδων από ασβεστοκονίαμα, άφθονα τμήματα αγγείων, οστά ζώων εμπλούτισαν τα αρχαιολογικά δεδομένα για τις οικοδομικές φάσεις του ανακτορικού συγκροτήματος αλλά και την ιστορία της κατοίκησης στο λόφο του Εγκλιανού. Η νέα περίοδος στην ιστορία του αρχαιολογικού χώρου ξεκινά εμπνέοντας μια μοναδική και ολοκληρωμένη εμπειρία περιήγησης στο μυκηναϊκό παρελθόν της Μεσσηνίας.

PHOTOGALLERY

ΕΦΟΡΕΙΑ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Μεθώνης 10 & Κανάρη, 24131 ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Μπενάκη 6 & Παπάζογλου, 24100 ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Έργα

Τρέχοντα  |  Ολοκληρωμένα  |  Βραβευμένα

Δραστηριότητες

Εκπαιδευτικά

The Museums

Messenia  |  Pylos  |  Ancient Messene  |  Chora

Το 1957 η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία αναστήλωσε τον Θολωτό Τάφο IV βορειοανατολικά του Ανακτόρου και το 1961 προστάτευσε το Κεντρικό Κτήριο του ανακτορικού συγκροτήματος με ένα μεταλλικό στέγαστρο φερόμενο από 47 υποστυλώματα. Τη δεκαετία του 1990 επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Minnesota, ερεύνησε εκ νέου την αρχιτεκτονική του ανακτορικού συγκροτήματος, ενώ στο πλαίσιο διεπιστημονικού προγράμματος (PRAP) του Πανεπιστημίου του Cincinnati πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη επιφανειακή έρευνα στην ευρύτερη περιοχή του Εγκλιανού. Το 1995 το Υπουργείο Πολιτισμού θεσμοθέτησε στον λόφο του Εγκλιανού Ζώνη Α΄-απολύτου προστασίας του αρχαιολογικού χώρου. Από το 1996 και εξής ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Cincinnati, το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας και υπό την αιγίδα της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα μελετούν στο Μουσείο της Χώρας τα ευρήματα από τις ανασκαφές του Ανακτόρου και δημοσιεύουν νέα και ιδιαίτερα σημαντικά αρχαιολογικά δεδομένα.

Display Menu

MENU